Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Άγιοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι


Ο αγιότατος πατριάρχης Κων/πόλεως Κάλλιστος, ο επονομαζόμενος Ξανθόπουλος, έζησε επί Ανδρονίκου του Β' του Παλαιολόγου κατά το έτος 1360. Αφού μαθήτευσε κοντά στον άγιο Γρηγόριο το Σιναΐτη (του οποίου έγραψε αργότερα εκτενή βίο), ασκήτεψε στο Άγιον Όρος στη Σκήτη του Μαγουλά, απέναντι στη Μονή του Φιλοθέου. Έζησε μαζί με το συνασκητή του Μάρκο εικοσιοκτώ ολόκληρα χρόνια.

Αλλά και με τον Ιγνάτιο που κι αυτός λεγόταν Ξανθόπουλος είχε τόση φιλία, ώστε ήταν σαν μία ψυχή σε δύο σώματα. Αφού έγινε πατριάρχης, εξόρμησε μαζί με τον κλήρο προς τη Σερβία για την ειρηνική ένωση της εκεί Εκκλησίας, περνώντας από το Άγιον Όρος.

Από εκεί τον ξεπροβόδισε ο άγιος Μάξιμος ο λεγόμενος Καυσοκαλυβίτης με τον αστείο, αλλά προφητικό χαιρετισμό: «Τούτος ο γέροντας τη γριά του έχασε», ψάλλοντας και τον επικήδειο ψαλμό «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ» (Ψαλμ. 118). Φτάνοντας λοιπόν στη Σερβία άλλαξε τον φθαρτό βίο με τον άφθαρτο.

Γι' αυτούς τους δύο λέει κάπου και ο Συμεών Θεσσαλονίκης, μιλώντας για την θεοποιό προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», στο κεφ. 295, τα εξής: «Ιδιαιτέρως τώρα στον δικό μας καιρό έγραψαν με το φωτισμό του Πνεύματος περί της προσευχής αυτής, όντας κι αυτοί άνθρωποι του Θεού, οι δύο θεηγόροι και θεοφόροι και χριστοφόροι και αληθινά ένθεοι, ο άγιος δηλαδή πατέρας μας Κάλλιστος που έγινε εκ Θεού πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και ο ομόψυχος και συνασκητής του όσιος Ιγνάτιος. 

Και σε βιβλίο σχετικό που συνέγραψαν, φιλοσόφησαν πνευματικά και με θείο φρόνημα πράγματα υψηλά, διατυπώνοντας στα κεφάλαιά τους, που συμπληρώνουν τον τέλειο αριθμό 100, την τέλεια γνώση γι' αυτή την προσευχή. Βλαστοί κι οι δυο της Βασιλεύουσας, εγκατέλειψαν μαζί τα πάντα και αφού πρωτύτερα έζησαν την παρθενική και μοναχική ζωή ως υποτακτικοί, έζησαν έπειτα μαζί την ασκητική και ουράνια ζωή αχώριστοι, φυλάγοντας προπάντων το να είναι ένα εν Χριστώ, πράγμα για το οποίο ο ίδιος ο Χριστός παρακάλεσε για μας τον Πατέρα (Ίω. 17, 21). 

Φάνηκαν έτσι στον κόσμο σαν φωτεινά αστέρια, κατά τον Παύλο, κρατώντας στερεά το λόγο της ζωής (Φιλιπ. 2, 15-16). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι περισσότερο από πολλούς άλλους Αγίους κατόρθωσαν την εν Χριστώ ένωση και αγάπη, ώστε ούτε υπόνοια κάποιας διαφοράς να υπάρξει ποτέ μεταξύ τους, και σ' αυτή τη θέλησή τους ακόμα και στον τρόπο τους, ή κάποιας στιγμιαίας λύπης, πράγμα σχεδόν αδύνατο στους ανθρώπους.

Γι' αυτό και έγιναν αγγελικοί και κράτησαν την ειρήνη του Θεού όπως υποσχέθηκαν και την έκαναν κτήμα τους, η οποία ειρήνη, όπως λέει ο Παύλος, είναι ο Ιησούς Χριστός, η ειρήνη μας, Αυτός που συνένωσε τα δύο μέρη (Έφ. 2, 14) και του οποίου η ειρήνη ξεπερνά κάθε νου (Φιλιπ. 4, 7). Έτσι απεβίωσαν ειρηνικά και τώρα απολαμβάνουν τη θεία γαλήνη και βλέπουν καθαρότερα τον Ιησού, τον οποίο αγάπησαν με όλη την ψυχή τους και τον αναζήτησαν αληθινά, και είναι ένα μαζί Του και μετέχουν ακόρεστα στο γλυκύτατο και θείο φως Του. Του φωτός αυτού τον αρραβώνα έλαβαν από εδώ, καθαρμένοι με τη θεωρία και τις πράξεις, και δέχθηκαν τη θεία έλλαμψη όπως οι Απόστολοι στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17, 1-2). 

Αυτό φανερώθηκε καθαρά για να βεβαιωθούν πολλοί· είδαν δηλαδή τα πρόσωπά τους ν' αστράφτουν όπως του Στεφάνου (Πράξ. 6, 15), γιατί δε χύθηκε η χάρη στην καρδιά τους μονάχα, αλλά και στα πρόσωπα. Γι' αυτό και φάνηκαν ν' αστράφτουν στα πρόσωπά τους καθώς ο ήλιος, όμοια με τον μέγα Μωυσή (Έξ. 34, 29-30), όπως μαρτύρησαν όσοι τους είδαν. Αυτοί, καθώς έπαθαν το μακάριο αυτό πάθος και διότι γνωρίζουν από την πείρα τους, μιλούν ολοκάθαρα για το θείο φως, τη φυσική ενέργεια και χάρη του Θεού, όπως επίσης και για την ιερή προσευχή, παρουσιάζοντας τους Αγίους ως μάρτυρες.

Άγιος Θεόγνωστος


Ενας Αγιος, λιγότερο γνωστός σε εμάς, ο  Άγιος Θεόγνωστος,  ήταν ελληνικής καταγωγής και υπήρξε Μητροπολίτης Κιέβου.
Ο Άγιος Θεόγνωστος, εξελέγη το 1328 Μητροπολίτης Κιέβου, μετά την κοίμηση του Αγίου Πέτρου του Κιέβου († 21 Δεκεμβρίου).
Εγκαταστάθηκε στη Μόσχα και υποστήριξε τον ηγεμόνα της Μόσχας Ιωάννη εναντίον του ηγεμόνος του Τβερ Αλεξάνδρου Μιχαήλοβιτς, ο οποίος και αφορίσθηκε από τον Άγιο.
Όταν, μετά την ρήξη προς τη Χρυσή Ορδή, κατέφυγε στην πόλη Πσκωφ, αναθεμάτισε και τους κατοίκους του Πσκωφ, διότι δέχθηκαν τον επικίνδυνο ηγεμόνα του Τβερ.
Πέρα όμως από τις εσωτερικές αντιθέσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν εντός της Ρωσίας, ο Άγιος Θεόγνωστος πέτυχε με αλλεπάλληλες αποστολές στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως την κατάργηση της Μητροπόλεως Γαλικίας και την υπαγωγή των Επισκοπών αυτής υπό τον Μητροπολίτη Ρωσίας.          
Ο Άγιος επέδειξε προς τους Μογγόλους πνεύμα συνέσεως, αφού υπέφερε πολλά από αυτούς και ιδιαίτερα από τον Τζανιμπέγκ χαν. Όταν ο τελευταίος απαίτησε μεγαλύτερους φόρους από την Εκκλησία και τον λαό, ο Άγιος απέφυγε την λήψη γενικότερου φορολογικού μέτρου κατά τηςΕκκλησίας της Ρωσίας. Και όταν τον κατηγόρησαν στον ηγεμόνα των Μογγόλων ότι δεν αποδίδει τιμές σε αυτόν, ο Άγιος απάντησε ότι ο Χριστός ήλθε να μας διδάξει την αλήθεια και να μας λυτρώσει από την αμαρτία και την πλάνη. Γιατί θα έπρεπε εκείνος, ως Επίσκοπος, να αποδίδει τέτοια τιμή στους κοσμικούς άρχοντες και την ειδωλολατρία;
Ο Άγιος Θεόγνωστος κοιμήθηκε με ειρήνη, το έτος 1353, αφού προηγουμένως είχε επιλέξει ως διάδοχό του τον Επίσκοπο του Βλαδιμήρ, Αλέξιο.
πηγη ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ

Άγιος Νικόλαος


Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος
εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε
τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια
δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά
τη πτωχεία τα πλούσια.
Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
σωθήναι τας ψυχάς ημών.


Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος


«Εγώ μεν εβάπτισα υμάς εν ύδατι, αυτός βαπτίσει υμάς  εν Πνεύματι Αγίω» (Μάρκου α΄ 8).

Ιησούς Χριστός



Κανείς δε νιώθει στην καρδιά του τέτοια χαρά παρά μονάχα εκείνος που αγαπά το Θεό και που ζει τις μέρες της ζωής του μαζί με το Θεό.Γιατί κανένας άλλος από το Θεό δε μπορεί να δώσει τέτοια χαρά, τέτοια ειρήνη, κατά το λόγο που είπε ο Κύριος στο Μυστικό Δείπνο:"Τη δική μου ειρήνη σας δίνω.Δε σας δίνω εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος."

Ο Άγιος Γεώργιος


Οι διάφορες κατά τόπους ονομασίες του Αγίου:
Στὸ Ὄφι τοῦ Πόντου, παλαιὰ ἔλεγαν τὸν Ἅγιο Ἁέρις. Ἐπίσης στὸν Πόντο, οἱ Τοῦρκοι τὸν ἔλεγαν Ἁὲρτς ὁ Ζαντών, δηλαδὴ Ἅγιος Γεώργιος ὁ τρελλός, γιατὶ τοὺς τιμωροῦσε ἀφαιρώντας τους τὰ μυαλά. Στὴν Θράκη τὸν ὀνόμαζαν Ἀράπη ἤ Ἀρακλειανό (Ἡρακλειανό), ἐπειδὴ θαυματουργὴ εἰκόνα του βρισκόνταν στὴν Ἡράκλεια τῆς Προποντίδος. Ἀράπη δὲ γιὰ τὸν λόγο ὅτι ὁ Ἅγιος παρουσιάζεται μαῦρος σὲ αὐτὴν τὴν εἰκόνα, ποὺ εἶναι ἀνάγλυφη ἀπὸ μαύρη πέτρα, ἤ ἀπὸ σκληρὸ ξύλο. Στὸ Θησεῖο, ἔλεγαν τὸν Ἅϊ-Γιώργη Ἀκαμάτη, ἐπειδὴ οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπέτρεπαν νὰ τελεῖται στὴν ἐκκλησία του Θεία Λειτουργία παρὰ μόνον στὴν ἑορτή του, τὴν 23 Ἀπριλίου.
Οἱ παλαιότεροι συνήθιζαν νὰ τὸν προσφωνοῦν Ἀφέντη Ἅϊ-Γιώργη. Στὴν Καστοριὰ κυρίως, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα μέρη, εἶναι γνωστὸς ὥς Ἅϊ-Γιώργης ὁ Γοργός. Καὶ τοῦτο γιατὶ εἶναι πολὺ ταχὺς Ἅγιος στὴν βοήθεια αὐτῶν ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται, ὅπως λέγουν καὶ τὰ τροπάριά του: ἡ ταχυτάτη βοήθεια, ἡ ταχεῖα ἐπίσκεψις, ταχινὲ προστάτα. Στὴν Κρήτη εἶναι πολὺ γνωστὸς ὁ Ἅϊ-Γιώργης ὁ Διασορίτης καὶ σχετίζεται ἴσως μὲ τὴν λατρεία τοῦ Δία (Διός-ἱεροῦ). Μιὰ ἄλλη ἐπωνυμία εἶναι Δυσουρίτης, θεραπεύει δηλαδὴ τὴν δυσουρία. Τοιχογραφία τοῦ Ἅϊ-Γιώργη τοῦ Δυσουρίτη ὑπάρχει στὴν Μονὴ Ξενοφῶντος.
Στὴν Ἴμβρο ἔχουμε τον Ἅϊ-Γιώργη τὸν Ζοῦρο, ἐπειδὴ θεραπεύει τὴν ζοῦρα, τὴν φυματίωση, τὸν μαρασμό, σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀφήνουν στὸ ἐκκλησάκι του τὰ ρακή τους.
Συνηθισμένα ἐπωνύμια εἶναι ακόμα ΘαυματουργόςΤροπαιοφόροςΜέγας ἢ Μεγάλος. Τὸν ὀνόμασαν ἔτσι ἀπὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ κάνει σὲ ὅποιον μὲ πίστη τὸν ἐπικαλεῖται. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἔστησε πολλὰ τρόπαια, δηλαδὴ νίκες καὶ θριάμβους στὴν Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ὡς ἀξιωματικός. Ἀλλὰ κυρίως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅπου θριάμβευσε ἐναντίον τοῦ κακοῦ καὶ νίκησε τὸν διάβολο. Καὶ Μέγας ἐπειδὴ θεωρεῖται ὁ μεγαλύτερος καὶ κορυφαῖος τῶν ἀθλητῶν καὶ Μαρτύρων.
Στὴν Κάσο ὀνομάζεται Ἅϊ-Καλλάρης, ἐνῶ ἀλλοῦ Ἅϊ-Καβαλάρης, ἐπειδὴ εἶναι ἔφιππος Ἅγιος. Ἄλλοι τὸν προσφωνοῦν Ἅϊ-Γιώργη Καππαδόκη, τὸπο καταγωγῆς του καὶ πατρίδα τοῦ πατέρα του. Καλεῖται ἀκόμα καὶ Παλαιστίνιος, ἀπὸ τὸ τοπο καταγωγῆς τῆς μητέρας του.
Στὴν πολη τῆς Χίου καὶ στὴ θέση Λίμνη ὑπάρχει ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Καταδότη. Ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν οἱ χριστιανοὶ νὰ συννενοηθοῦν γιὰ τὴν ἐπανάσταση κατὰ τῶν Γενουατῶν. Κάποιος ὅμως τοὺς κατέδωσε καὶ ἐσφάγησαν ὅλοι.
Στὴν Πρίγκηπο ὀνομάζεται Κουδουνᾶς, καὶ τοῦτο διότι στὴν εἰκόνα του ἀπεικονίζονται κουδούνια, σύμβολα τῆς παραφροσύνης, τὴν ὁποίαν ὅλοι πιστεύουν ὅτι θεραπεύει. Ἐκεῖ ἂν θέλουν νὰ ποῦν γιὰ κάποιο ὅτι δὲν εἶναι καλά, λένε: αὐτὸς εἶναι γιὰ τὸν Κουδουνᾶ.
Τὴν γιορτή του, 3 Νοεμβρίου, τὴν ὀνομάζουν· τοῦ Κρασᾶ, ἢ τοῦ Μεθυστῆ, ἐπειδὴ προφανῶς τὴν ἡμέρα αὐτὴ γινόταν τὸ ἄνοιγμα τῶν νέων κρασιῶν.
Στὴν Κύπρο λέγεται Ἅϊ-Γιώργης τοῦ Σπόρου, ἤ ἀλλοῦ τοῦ Σποράρη, γιατὶ ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀρχίζει ἡ σπορὰ τῶν δημητριακῶν ἀπὸ τοὺς γεωργούς.
Στὰ Ψωμαθιὰ τῆς Πόλης ὑπάρχει ναὸς τοῦ Ἁγίου, στὸν αὐλόγυρο τοῦ ὁποίου παλιὰ ἦταν ἕνα μεγάλο κυπαρίσσι ποὺ κάηκε τὸ 1782. Ἀπὸ αὐτὸ ἔλεγαν τὸν Ἅγιο Κυπαρισσᾶ. Τὸ 1883 καὶ αὐτὸ γιὰ τὴν ἱστορία, ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος φύτεψε ἕνα νέο κυπαρίσσι.
Σὲ πολλὲς περιοχὲς ὁ Ἅγιος θεωρεῖται προστάτης τῶν ψαράδων καὶ συχνὰ τὸν παρακαλοῦν νὰ τοὺς βοηθήσει στὴν ψαριά. Καὶ ὅταν δὲν πάει καλὰ ἡ ψαριά, τὸν λένε Παξιμαδοκλέφτη.
Σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Μεσσηνίας τὰ Γιαννιτσά, κοντὰ στὸ ναό του φαίνονται ἴχνη ἀπὸ πέταλα, ποὺ ὅλοι πιστεύουν πῶς εἶναι τοῦ ἀλόγου του, καὶ γιὰ αὐτὸ τὸν λένε Πεταλωτῆ.
Σὲ διάφορες περιοχὲς τὸν καλοῦν Ἅη-Στρατηγό, γιὰ τὸ ἀξίωμα φαίνεται ποὺ εἶχε. Στὴν Κρήτη ὅταν κάποτε ἔκτιζαν ἕνα ναό του, μερικοὶ πῆγαν νὰ ψαρέψουν γιὰ νὰ ταίσουν τοὺς ἐργάτες. Καὶ ἔπιασαν τόσα πολλὰ ψάρια ποὺ ὀνόμασαν καὶ τὴν ἐκκλησία του· τοῦ Ἅϊ-Γιώργη τοῦ Ψαροπιάστη.
Στὸ Ἅγιο Ὄρος ὑπάρχει κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Φανερωμένου. Πρόκειται γιὰ ἕνα κελλὶ ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὶς Καρυές. Πρὶν ἀπὸ 200 τόσα χρόνια, μία νύκτα, πήγαν ληστὲς μὲ σκοπὸ νὰ κλέψουν τὰ δυὸ γεροντάκια ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ. Τοὺς ἄνοιξε μὲ καλωσύνη ἕνας νέος καὶ τοὺς πῆγε στὸ ἀρχονταρίκι, ἴσαμε νὰ φωνάξει τὸν Γέροντα. Περίμεναν γιὰ πολὺ οἱ κλέφτες καὶ ἀφοῦ δὲν εἶδαν κανέναν εἶπαν νὰ ἀρχίσουν τὴν ληστεία. Ἀλλὰ τότε κατάλαβαν ὅτι ἦταν ἀοράτως δεμένοι. Ἀπὸ τὶς φωνές, σηκώθηκαν οἱ Γέροντες καὶ τοὺς εἶδαν. Ὅταν ἔμαθαν τί συνέβη, ἔφεραν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ οἱ ληστὲς ἀναγνώρισαν τὸ παλληκάρι ποὺ τοὺς ἄνοιξε. Καὶ ἀμέσως μετανοημένοι ἔπεσαν καὶ προσκύνησαν τὸν Ἅγιο. Ἕνας μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς πῆγε καὶ ἀσκήτεψε τὰ Καρούλια, ὅπου καὶ ἔκτισε τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα, τὸ κελλὶ πῆρε τὸ ὄνομα: Ἅγιος Γεώργιος Φανερωμένος.
Πολλὲς φορὲς δίνουν στὸν Ἅγιο τὸ ὄνομα τοῦ κτήτορος τοῦ ναοῦ, π. χ. ὁ Ἅϊ-Γιώργης ὁ Μαχαιρᾶς, ἢ ὁ Ἅϊ-Γιώργης ὁ Τραχύς· καὶ οἱ δύο αὐτοὶ ναοὶ βρίσκονται στὴν Νάξο. Καὶ ὁ μὲν ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἀνήκει στὴν οἰκογένεια τῶν Μαχαιράδων, ὁ δὲ ἄλλος σὲ κάποιον ὀνόματι Τραχύ. Στὴν Πόλη ὑπάρχει ὁ Ἅϊ-Γιώργης ὁ Ἀγριδιανός (Μ. Γεδεών, Πατριαρχικοὶ Πίνακες, Κωνσταντινούπολις 1885-90, σελ. 551), ἐνῶ στὴν Χίο τὸν καλοῦν Πεζόστρατο ἢ Κητοκτόνο (Γ. Σωτηρίου, Βυζαντινὰ μνημεῖα Κύπρου, Ἀθήνα 1935, πίν. 103).

Αγία Αικατερίνη


"Την σοφίαν άνωθεν, κομισαμένη του λόγου, των ρητόρων ήλεγξας, τας φληναφίας ευτόνως, κάλλεσι, της παρθενίας ωραϊσμένη, αίμασι, της μαρτυρίας πεποικιλμένη, διά τούτο σε ως νύμφην, Αικατερίνα Χριστός προσήκατο."

Παναγία


"Η βυζαντινή ζωγραφική είναι το δροσερό νερό που σε αναπαύει.Μεταμορφώνει τον κόσμο που ζωγραφίζει από υλικό σε πνευματικό και με τα έργα της δεν έχει σκοπό να συγκινήσει τον άνθρωπο αλλά να τον αναπλάσει."

Η Αγία Υπομονή


Η μνήμη της Αγίας Υπομονής εορτάζεται στις 29 Μαϊου.
Η αγία,κατά κόσμον Ελένη Δραγάση ήταν η μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου,Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και έζησε μια πολυτάραχη ζωή γεμάτη δοκιμασίες.
Είναι ιδιαίτερα θαυματουργή ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, καθώς έχουν καταχωρηθεί αρκετές εμφανίσεις της.


Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Άγιος Εφραίμ



... Εάν ο άνθρωπος απελπισθεί από κάθε άλλη βοή­θεια και δέσει σφιχτά την ελπίδα του στον Θεό μοναχά, και ταπεινωθεί και δεν λογαριάζει για τίποτα τον εαυτό του, τότε θα νοιώσει να τον σκεπάζει η θεϊκή ευσπλα­χνία και να του δίνει κάποια δύναμη ώστε να μην υπάρ­χει τίποτα πια για να τον φοβερίζει, κι' ούτε καμμιά ανά­γκη για να τον κάνει να τη συλλογισθεί.

Αγία Ευφημία


                               "Στην αγαθή Σοφία του Θεού που δημιούργησε το κάλλος"

Παναγία



                      "Βάλε την ευλάβεια μέσα σου και θα νοιώσεις την Πρόνοια του Θεού"

Γέροντας Παϊσιος



-Παππούλη πώς να σωθώ;
-Να πιαστείς από το φουστάνι της Παναγίας.Δηλαδή, με απόλυτη εμπιστοσύνη, όπως αυτή που έχει ένα παιδάκι στη μάνα του.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Όσιος Δαυίδ ο εν Θεσσαλονίκη



Ο Όσιος Δαυίδ ο εν Θεσσαλονίκη τιμάται στις 26 Ιουνίου.

Ο Ο­σιος πα­τέ­ρας μας Δα­βίδ, ο ε­πί­γει­ος Άγ­γε­λος και ε­που­ρά­νιος άν­θρω­πος, γεν­νή­θη­κε και α­να­τρά­φη­κε στην λάμ­πρη και με­γά­λη πό­λη της. Θεσ­σα­λο­νί­κης. Α­πό μι­κρός σή­κω­σε τον Σταυ­ρό με πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη την καρ­διά του α­πό θει­ο, έ­ρω­τα. Πε­ρι­φρό­νη­σε κά­θε σω­μα­τι­κή α­νά­παυ­ση, εγ­κα­τέ­λει­ψε φί­λους και συγ­γε­νείς, τι­μή και πρό­σκαι­ρη δό­ξα, χρή­μα­τα, κτή­μα­τα και κά­θε άλ­λη προ­σω­ρι­νή ευ­τυ­χί­α, α­κό­μη και την ψυ­χή του, σύμ­φω­να με την ευ­αγ­γε­λι­κή πα­ραγ­γε­λί­α, και α­κο­λού­θη­σε τον Δε­σπό­τη Χρι­στό.

Εκά­ρη Μο­να­χός
Ε­κά­ρη λοι­πόν Μο­να­χός και έ­μει­νε σ­τό Μο­να­στή­ρι των Μαρ­τύ­ρων Θε­ο­δώ­ρου και Μερ­κου­ρί­ου που ο­νο­μά­ζε­ται των Κου­κού­λια­των. Σε αυ­τό η­σύ­χά­ζε, α­γω­νι­ζό­ταν υ­πε­ράν­θρω­πα και τη­ρού­σε με κά­θε ε­πι­μέ­λεια ό­λες τις α­ρε­τές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο μά­λι­στα α­πό ό­λες τις α­ρε­τές, α­σκούν­ταν στην εγ­κρά­τεια και στην τα­πεί­νω­ση, γνω­ρί­ζον­τας πο­λύ κα­λά ό­τι ο χορ­τα­σμός της κοι­λί­ας δι­ώ­χνει την α­γρυ­πνί­α και την σω­φρο­σύ­νη και η κε­νο­δο­ξί­α πά­λι ε­ξα­φα­νί­ζει τε­λεί­ως ο­λες τις α­ρε­τές. Γι’ αυ­τό φρόν­τι­ζε να α­πό­κτη­ση σαν συ­νε­τός που ή­ταν, την τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.

Μι­μεί­ται το­ύς Α­γί­ους στις α­ρε­τές
Δι­α­βά­ζον­τας ο Ο­σιος μέ­ρα και νύ­κτα τις θεί­ες Γρα­φές, θαύ­μα­ζε τις α­ρε­τές των Ά­γι­ων, των προ του νό­μου, και με­τά τον νό­μο, πως τους δό­ξα­σε ο Θε­ός, δι­ό­τι ύ­πά­κου­αν στις εν­το­λές Του και τον ευ­χα­ρι­στού­σαν ο­πως έ­πρε­πε. Και τον μεν Ά­βελ με την θυ­σί­α τον έ­λάμ­πρυ­νε, τον Α­βρα­άμ με την πί­στη, τον Ι­ω­σήφ με την σω­φρο­σύ­νη, τον Ι­ώβ με την υ­πο­μο­νή τον Μω­υ­ση α­νέ­δει­ξε νο­μο­θέ­τη και τον Δα­νι­ήλ και τους τρεις παί­δες: φύ­λα­ξε α­βλα­βείς, ά­πο το κα­μί­νι και τα λε­ον­τά­ρια. Σκε­πτό­με­νος την ζω­ή του, ο θαυ­μά­σιος Δα­βίδ, φρόν­τι­ζε, ο­λό­ψυ­χα τό­σο μπο­ρού­σε να τους μι­μει­ται για να γί­νη κλη­ρο­νό­μος τους στην Ου­ρά­νιο Βα­σι­λεί­α. Θαύ­μα­ζε ε­πί­σης δι­α­βά­ζον­τας και τους βί­ους των Ό­σι­ων, που ά­σκή­τευ­σαν με­τά την σω­τή­ρια σάρ­κω­ση του Σω­τη­ρος, οι ό­ποι­οι έ­κα­ναν τέ­τοι­ους θαυ­μά­σιους α­γώ­νες και πνευ­μα­τι­κές ε­πι­δό­σεις και μά­λι­στα τον ο­σιο Συ­με­ών τον θαυ­μα­στο­ρεί­τη, τον συ­νώ­νυ­μο του, και τον Δα­νι­ήλ και Πα­τά­πιο, τους ο­τυ­λί­τες, οι ό­ποι­οι πέ­ρα­σαν την ζω­ή ι­ούς στο ύ­παι­θρο ά­στε­γοι, βα­σα­νι­ζό­με­νοι, α­πό τους α­νέ­μους, τις βρο­χές και τα χι­ό­ναι. Όταν διάβαζε τους βί­ους αυτούς έ­κλαι­γε και τό­σο κα­τε­νυ­γε­το, ώ­στε ο α­εί­μνη­στος α­πε­φά­σι­σε να πέ­ρα­ση την ι­δια δύ­σκο­λη ζω­ή οσο και­ρό μπο­ρού­σε για να βρη ά­νε­ση με­τά τον θά­να­το του.

Ά­σκη­τεύ­ει πά­νω στην α­μυ­γδα­λιά
Μια μέ­ρα λοι­πόν κα­τα­νύ­χτη­κε πο­λύ η καρ­διά του. Έ­τσι α­φου α­νέ­βη­κε σε μια α­μυ­γδα­λιά, που βρι­σκό­ταν στο δε­ξιό μέ­ρος της Εκ­κλη­σί­ας, έ­μει­νε πά­νω σε έ­να κλα­δί του δέν­δρου, στο ό­ποι­ο ε­κα­νε ό­πως μπό­ρε­σε ε­να μι­κρό κρε­βά­τι. Ε­κεί α­σκή­τευ­ε καρ­τε­ρι­κό με θαυ­μά­σια υ­πο­μο­νή, βα­σα­νι­ζό­με­νος ά­πό τους α­νέ­μους, τις βρο­χές και τα χι­ό­νια, κα­τα­φλε­γό­μέ­νος α­πό το κά­ψι­μο του ή­λιου το κα­λό­καί­ρι, θλι­βό­μέ­νος φο­βε­ρά και ά­πό άλ­λες στε­νο­χώ­ρί­ες. Ω της καρ­τε­ρί­ας και της θαυ­μα­σί­ας πο­λυά­θλσυ και κα­θη­με­ρι­νης ύ­πο­μο­νης του Μάρ­τυ­ρος. Και πως υ­πέ­φε­ρε ο α­εί­μνη­στος τό­ση κα­κο­πά­θεια.
Οι άλ­λοι στυ­λί­τες εί­χαν και λί­γη στα­θε­ρό­τη­τα, δι­ό­τι οι στύ­λοι ή­σαν κτι­στοί, και έ­με­ναν α­κί­νη­τοι. Και πά­λι, ο­τάν κοί­μών­του­σαν η ε­κα­ναν κά­ποι­α άλ­λη α­ναγ­καί­α ερ­γα­σί­α, ή­σαν α­κί­νη­τοι. Αλ­λα αυ­τός ο α­δα­μάν­τι­νος κι­νούν­ταν πάν­το­τε πά­νω στο κλα­δί του δέν­δρου, χω­ρίς να έ­χει πο­τέ ά­νε­ση, βα­σα­νι­ζό­με­νος ά­πό τις βρο­χές και τους ά­νε­μους και θλι­βό­μέ­νος φο­βε­ρά ά­πό το χι­ό­νι.

«Δί­και­ος ω­σι φοί­νιξ αν­θή­σει»
Αν και τό­σα πολ­λά υ­πέ­φε­ρε ο καρ­τε­ρό­ψυ­χος, δεν τεμ­πέ­λια­σε ού­τε στο πα­ρα­μι­κρό ο­λι­γο­ψύ­χη­σε ού­τε α­δι­α­φό­ρη­σε, ου­τε αλ­λοι­ώ­θη­κέ το αγ­γε­λι­κό πρό­σω­πο του, άλ­λά η­ταν το πρό­σω­πο του ω­ραί­ο σαν τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πράγ­μα­τι σε αυ­τόν τον μα­κά­ριο έκ­πλη­ρώ­θη­κε ο λό­γος του προ­φή­του, «Δί­και­ος ως φοί­νιξ αν­θή­σει, και ώ­σεί κέ­δρος η εν τω Λι­βά­νω πλη­θυν­θή­σε­ται». Δι­ό­τι με τις πρά­ξεις του άν­θη­σε και αυ­τός ο­πως ο φοί­νι­κας και α­πέ­δι­δε καρ­πό στον Θε­ό ο­πως αρ­μό­ζει, γλυ­κύ­τε­ρο και ω­φε­λι­μό­τε­ρο ά­πό την α­μυ­γδα­λιά και τον φοί­νι­κα. Ε­πει­δή το μεν δέν­δρο κά­νει άν­θη και καρ­πό που φθεί­ρον­ται σε αν­θρώ­πι­νη τέρ­ψη και α­πό­λαυ­σι, ο δε Ό­σιος ευ­χα­ρι­στού­σε κά­θε στιγ­μή τον Α­γα­θό Θε­ό με καρ­πούς θε­ω­ρί­ας και πρά­ξε­ως, υ­μνο­λο­γών­τας και δο­ξά­ζον­τας α­στα­μά­τη­τα Αυ­τόν.


Οι μα­θη­τές του τον πα­ρα­κα­λούν
να κα­τέ­βει α­πό την α­μυ­γδα­λιά

Εί­χε ο Ο­σιος και με­ρι­κους μα­θη­τές, οι ό­ποι­οι, ή­σαν ε­ξαι­ρε­τι­κά ευ­λα­βείς και φι­λό­χρι­στοι, και οι ό­ποι­οι κο­πί­α­ζαν α­γω­νι­ζό­με­νοι μα­ζί του. Πολ­λές φο­ρές τον πα­ρα­κα­λού­σαν, να κα­τε­βει ά­πό το δέν­δρο, να του κτί­σουν κελ­λί, ο­πως του ά­ρε­σε, ή­συ­χο, για να τους ποι­μαί­νη για την σω­τη­ρί­α τους. Άλ­λα αυ­τός τους έ­λε­γε. «Α­δελ­φοί και τέ­κνα μου, ε­γώ εί­μαι α­μαρ­τω­λός και α­νά­ξιος άν­θρω­πος. Άλ­λα ο Δε­σπό­της Χρι­στός, ο κά­λος βο­σκός που προ­σφέ­ρει την ψυ­χή Του υ­πέρ των προ­βά­των (Ί­ω­άν. 1, 11), Αυ­τός να σας φυ­λά­η α­πό τις ε­πι­θέ­σεις του δαί­μο­να, και να σας α­ξί­ω­ση ως Ύ­πε­ρά­γα­θός, της αι­ω­νί­ου Βα­σι­λεί­ας Του. Δι­ό­τί ε­γώ, ζει Κύ­ριος ο Θε­ός μου Ι­η­σους Χρι­στός, ο Υι­ός του Θε­ού, δεν κα­τε­βαί­νω ά­πο αυ­τό το δέν­δρο, μέ­χρι να πε­ρά­σουν τρί­α χρό­νια και πά­λι: με την δι­κή Του εν­το­λή. Δι­ό­τι χω­ρίς να εί­ναι θέ­λη­μα Του, δεν κα­τε­βαί­νω κα­θό­λου α­πό ε­δώ».
Οι μα­θη­τές του ο­ταν εί­δαν ο­τι δεν άλ­λα­ζε γνώ­μη, δεν τον ε­νό­χλη­σαν πά­λι.

Αγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τον ε­πι­σκέ­πτε­ται
Ο­ταν λοι­πόν τε­λεί­ω­σαν τα τρί­α χρό­νια, φά­νη­κε σε αύ­τόν Α­γιος Άγ­γε­λος και του εί­πε: «Δα­βίδ, ά­κου­σε ο Κύ­ριος την προ­σέ­υ­χή σου, και σου δί­νει την χά­ρη που πολ­λές φο­ρές ζή­τη­σες, να εί­σαι τα­πει­νός και με­τριόφρων, να τον φο­βά­σαι και να τον λα­τρευ­ης με την ευ­λά­βεια που αρ­μο­ζε­ι. Κα­τέ­βα λοι­πόν α­πό το δέν­δρο και η­σύ­χα­σέ στο κελ­λί, ευ­λο­γών­τας τον Θε­ό, μέ­χρι να τε­λεί­ω­σης και άλ­λη οι­κο­νο­μί­α και τό­τε θα βρης α­νά­παυ­ση ά­πα τους σω­μα­τι­κούς κό­πους και ψυ­χι­κή πα­ρη­γο­ριά».
Ο­ση ώ­ρα του μι­λού­σε ο Αγ­γε­λος, ά­κου­γε με φό­βο και τρό­μο. Ε­πει­τα, ό­ταν χά­θη­κε ο Αγ­γε­λος, ο Ό­σιος, ευ­χα­ρί­στη­σε τον Κύ­ριο, και εί­πε: «Εύ­λο­γη­τός ο Θε­ός, ο ό­ποι­ος δε­χθη­κε την προ­σευ­χή μου και με ε­λέ­η­σε»

Κα­τε­βαί­νει α­πό την α­μυ­γδα­λιά
Τό­τε κά­λε­σε τους μα­θη­τές του και τους φα­νέ­ρω­σε την ο­πτα­σί­α. Τους εί­πε μά­λι­στα να ε­τοι­μά­σουν και το κελ­λί σύμ­φω­να με την δε­σπο­τι­κή εν­το­λή. Ε­κεί­νοι, με με­γά­λη φρον­τί­δα έ­κα­ναν ό­πως τους εί­πε, ει­δο­ποί­η­σαν και τον ά­γι­ώ­τα­το Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο Δω­ρό­θε­ο, ο ό­ποι­ος πή­ρε χα­ρού­με­νος τους εύ­λα­βε­στα­τους κλη­ρι­κούς και ά­φου α­νέ­βη­κε στον Ο­σιο τον α­σπά­σθη­κε και τον κα­τέ­βα­σαν α­πό το δέν­δρο με πολ­λή ευ­λά­βεια. Α­φου λει­τούρ­γη­σαν τον έ­βα­λαν στο κελ­λί του, και έ­κα­ναν με­γά­λο πα­νη­γύ­ρι.
Ε­τσι αυ­τοί ε­νώ ε­πέ­στρε­ψαν χα­ρού­με­νοι, ο Ο­σιος έ­μει­νε η­συ­χά­ζον­τας στο κελ­λί, δο­ξά­ζον­τας ό­πως και πριν α­στα­μά­τη­τα τον Κύ­ριο, ο ό­ποι­ος τό­ση Χά­ρη του χά­ρι­σε, ώ­στε δαι­μό­νια έ­δι­ω­χνε, τύ­φλούς φώ­τι­ζε και κά­θε άλ­λη ά­γι­ά­τρευ­τη αρ­ρώ­στια γι­ά­τρευ­ε, ε­πι­κα­λού­με­νος τον Χρί­στο: Ά­πό τα πολ­λά ση­μεί­α που έ­κα­νε να ά­να­φέ­ρου­με δύ­ο.

Γι­α­τρεύ­ει τον νέ­ο
Κά­ποι­ος νέ­ος που εί­χε δαι­μό­νιο πή­γε μια μέ­ρα στο κελ­λί του Ο­σί­ου. Ο­ταν ε­φθά­σε έ­ξω ά­πό την πόρ­τα φώ­να­ζε και έ­λε­γε: «Α­πό­λυ­σε με Δα­βίδ, δού­λε του αι­ω­νί­ου Θε­ου, δι­ό­τι φω­τιά βγαί­νει ά­πό το κελ­λί σου και με καί­ει».
Τό­τε ο Οσιος ά­πλω­σε ά­πό το πα­ρά­θυ­ρο το χέ­ρι του και κρά­τη­σε τον νέ­ο, λέ­γον­τας: «Ο Κύ­ριος ή­μων Ί­ηα­ους Χρι­στός, ο Υι­ός του Θε­ού του ζών­τος, σε δι­α­τά­ζει να έ­ξέλ­θης ά­πό το πλά­σμα του, πνευ­μα α­κά­θαρ­το».
Αυ­τά ά­φού εί­πε, σφρά­γι­σε τον νέ­ο με το ση­μεί­ο του Τι­μί­ου Σταύ­ρου, και α­μέ­σως βγή­κε ο δαί­μο­νας και γι­α­τρεύ­τη­κε ο άν­θρω­πος. Ο­λοι ό­σοι ή­σαν ε­κεί, ο­ταν εί­δαν τέ­τοι­ο θαύ­μα δό­ξα­σαν τον Θε­ό, ο ό­ποι­ος δο­ξά­ζει ό­σους τον δο­ξά­ζουν με θε­ά­ρε­στα έρ­γα.

Γι­α­τρεύ­ει την τυ­φλή γυ­ναί­κα
Κά­ποι­α γυ­ναί­κα ή­ταν τυ­φλή και δεν έ­βλε­πε κα­θό­λου. Ο­ταν ά­κου­σε για τις α­ρε­τές του Ό­σιου και θαυ­μά­σιου Δα­βίδ πή­ρε κά­ποι­ον ο­δη­γό και πή­γε στο κελ­λί του. Έ­κει έ­πε­σε έ­ξω ά­πό την πόρ­τα, έ­κλαι­γε, και έ­λε­γε με τα­πεί­νω­ση πολ­λή: «Δού­λε του ευ­λο­γη­μέ­νου Χρι­στου βο­ή­θη­σε με, μι­μού­με­νος του Δε­σπό­του Χρι­στού την χρη­στό­τη­τα, γλύ­τω­σε με άπό αυτό το μεγάλο βάσανο, και χάρισε μου το φως των ο­φθαλ­μών μου, το χαρ­μό­συ­νο σε ο­λους και πα­νευ­φρό­συ­νο».
Και έ­νω έ­λε­γε αυ­τά και άλ­λα πολ­λά με στε­ναγ­μούς και θερ­μό­τα­τα δά­κρυ­α, δά­κρυ­σε και ο Ο­σιος συμ­με­τέ­χον­τας στον πό­νο και την θλί­ψη της, σαν συμ­πα­θής, που ή­ταν και εύσ­λαγ­χνος. Ε­πει­τα α­φού προ­σευ­χή­θη­κε πο­λύ ώ­ρα στον Κύ­ριο της εί­πε να ση­κω­θή ά­πό την γη, ό­που εί­χε πέ­σει και έ­κλαι­γε, και να πλη­σί­α­ση στο πα­ρά­θυ­ρο του κελ­λιου του.
Τό­τε ά­πλω­σε το δε­ξί του χέ­ρι έ­ξω ά­πό το πα­ρά­θυ­ρο και α­φού σφρά­γι­σε τα μά­τια της α­σθε­νούς με το ση­μεί­ο του Τι­μί­ου Σταυ­ροί, προ­σευ­χό­με­νος προς τον Κύ­ριο πά­λι έ­λε­γε: «Κύ­ρι­ε Ί­η­σου Χρι­στέ, Υι­έ τσυ Θε­ου του ζών­τος, ο ο­ποί­ος σαρ­κώ­θη­κες εκ της ά­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας και εκ Πνεύ­μα­τος Α­γιου, για να βγά­λεις α­πό το σκο­τά­δι τον άν­θρω­πο, φι­λάν­θρω­πε, και για τον φε­ρης στο φως το αι­ώ­νιο, ο ο­ποί­ος και τον εκ γε­νε­τής τυ­φλό φώ­τι­σες, Αύ­τος και τώ­ρα Δέ­σπο­τα, φώ­τι­σε και την δού­λη σου αυ­τή ε­πει­δή εί­σαι παν­το­δύ­να­μος. Δι­ό­τι συ εί­σαι ο φω­τι­σμός των ψυ­χών μας, και Σε δο­ξά­ζου­με πάν­το­τε μα­ζί με τον Πα­τέ­ρα και το Ά­γιο Πνεύ­μα».
Με­τά την προ­σευ­χή του Ό­σιου, φω­τί­σθη­κε α­με­σώς η πρώ­ην τυ­φλή και έ­βλε­πε λαμ­πρά και κα­θα­ρά, ευ­χα­ρι­στου­σα τον Ο­σιο και δο­ξά­ζου­σα τον Κύ­ριο.

Ο­λους τους γι­ά­τρευ­ε
Αυ­τό το με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα ο­τάν ά­κου­σαν οι Θεσ­σα­λο­νι­κείς τον εί­χαν ο­λοι σε με­γά­λη ευ­λά­βεια και τον τι­μού­σαν σαν θει­ο Αγ­γε­λο. Και ο­ποί­ος εί­χε κά­ποι­α α­σθέ­νεια πή­γαι­νε σε αυ­τόν και μό­λις άγ­γι­ζε με το δεξί του χέρι τον άρ­ρω­στο ε­φευ­γε α­μέ­σως και σκόρ­πι­ζε κά­θε αρ­ρώ­στια, ό­πως δι­α­λύ­ε­ται το σκο­τά­δι α­πό το φως. Πολ­λά λοι­πόν και θαυ­μά­σια α­φου έ­κα­νε, δο­ξά­σθη­κε πο­λύ ά­πό τους αν­θρώ­πους και ό­λοι τον σε­βόν­του­σαν.

Ο­λοι ψη­φί­ζουν τον Ο­σιο να τους εκ­προ­σώ­πη­σει στον Βα­σι­λέ­α
Με­τά ά­πό πολ­λά χρό­νια πέ­θα­νε ο Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης Δω­ρό­θε­ος, και την θέ­ση του έ­λα­βε άλ­λος ε­πί­σης ε­νά­ρε­τος, του ο­ποί­ου το ό­νο­μα ή­ταν Α­ρι­στεί­δης. Ο­μως τον και­ρό ε­κεί­νο γι­νόν­του­σαν στην Θεσ­σα­λί­α ά­πό τους βαρ­βά­ρους, με­γά­λες ζη­μί­ες και πολ­λή α­να­τα­ρα­χή. Ο έ­παρ­χος του Ιλ­λυ­ρι­κου έ­γρα­ψε στον Μη­τρο­πο­λί­τη, να πά­ει στο βα­σι­λέ­α, η να στεί­λη κά­ποι­ον ε­νά­ρε­το άν­θρω­πο να τον πα­ρα­κά­λε­ση να ψή­φι­σει έ­παρ­χο στην Θεσ­σα­λο­νί­κη εξ αι­τί­ας των προ­βλη­μά­των που δη­μι­ουρ­γού­σαν οι βάρ­βα­ροι δι­ό­τι δεν υ­πήρ­χε στην Θεσ­σα­λο­νί­κη έ­παρ­χος άλ­λα μό­νον το­πο­τη­ρη­τής, και υ­πα­γόν­του­σαν στον έ­παρ­χο Σιρ­μί­ου. Ό­ταν λοι­πόν δι­ά­βα­σε ο α­γι­ώ­τα­τος Α­ρι­στεί­δης, ο Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος θεσ­σα­λο­νί­κης, την ε­πι­στο­λή του έ­παρ­χου μπρο­στά στους κλη­ρι­κούς και τους άρ­χον­τες της πό­λε­ως τους εί­πε να ψη­φί­σουν κά­ποι­ον κα­τάλ­λη­λο και λό­γιο άν­θρω­πο για να τον στεί­λουν στον βα­σι­λέ­α για την υ­πό­θε­ση αν­τη.
Τό­τε ό­λοι οι συγ­κεν­τρω­μέ­νοι στην Εκ­κλη­σί­α της πό­λε­ως συμ­φώ­νη­σαν και εί­παν να στεί­λουν τον Ο­σιο Δα­βίδ για να τον σε­βα­σθή ο ευ­σε­βέ­στα­τος βα­σι­λεύς ως ε­νά­ρε­το και Α­γιο άν­θρω­πο, και να δε­χθη την πα­ρά­κλη­ση τους.
Αύ­τό ε­γι­νέ κα­τά οι­κο­νο­μί­α της θεί­ας Προ­νοί­ας, για να εκ­πλη­ρω­θή η πρό­βλε­ψη του Αγ­γέ­λου, ο ό­ποι­ος ει­πε στον Ο­σιο να κα­τε­βη α­πό το δέν­δρο, για να κά­νει και άλ­λη οι­κο­νο­μί­α και τό­τε να α­πέλ­θει προς Κύ­ριο.

Ο Ο­σιος δέ­χθη­κε την πα­ρά­κλη­σή τους
Α­φού πη­ρέ λοι­πόν ο Άρ­χι­ε­ρεύς τους πιο ευ­λα­βείς α­πό τους Κλη­ρι­κούς και λαι­κούς πή­γαν στον Ό­σιο και του α­νήγ­γει­λαν την υ­πό­θε­ση και τον πα­ρα­κα­λού­σαν να πά­ει στον αυ­το­κρά­το­ρα για το ως ά­νω ζή­τη­μα. Ο Ο­σιος στην αρ­χή προ­φα­σί­σθη­κε ό­τι δεν μπο­ρού­σε να πά­η ε­πει­δή ή­ταν γέ­ρον­τας, έ­πει­τα βλέ­πον­τας, ο­τι ο­λοι τον πί­ε­ζαν να πά­ει δέ­χθη­κε για να μη γι­νη και πα­ρή­κο­ος του Αρ­χι­ε­ρέ­ως και ό­λων των φι­λο­χρί­στων πο­λι­των που τον πα­ρα­κα­λού­σαν.

Ο Ο­σιος τους προ­λέ­γει για την ε­πι­τυ­χί­α κα­θώς και για το τέ­λος του.
Α­φου ο Ο­σιος θυ­μή­θη­κε και του αγ­γέ­λου την πρό­βλε­ψη λέ­ει στον Αρ­χι­ε­πίσκο­πο: Ας γί­νει Α­γι­ε Δέ­σπο­τα το θέ­λη­μα του Κυ­ρί­ου. Ο­μως να γνω­ρί­ζε­τε, ο­τι ο μεν βα­σι­λεύς με τις ευ­χές σας θα μου χα­ρί­ση ο­σα του ζη­τή­σω, του Θε­ου συ­νερ­γούν­τος, αλ­λά τον Δα­βίδ δεν θα τον ξα­να­δεί­τε πλέ­ον ζων­τα­νό, για να συ­νο­μι­λή­σου­με. Δι­ό­τι ε­πι­στρέ­φον­τας α­πό τα βα­σί­λεια προς έ­σας, ο­ταν θα βρί­σκο­μαι ά­κό­μη σε α­πό­στα­ση 126 στα­δί­ων α­πό αυ­τό το τα­πει­νό κε­λί μου, τό­τε θα πά­ω προς τον Δε­σπό­τη μου».
Ο Αρ­χι­έ­ρεύς νο­μί­ζον­τας ο­τι έ­λε­γε αυ­τά ως πρό­φα­ση, για να μη τον α­ναγ­κά­σουν, τον συμ­βού­λευ­σε και του εί­πε: «Μι­μή­σου, πά­τερ μου, τον Ποι­μέ­να μας και Δι­δά­σκα­λο Χρι­στό, ο ό­ποι­ος θα­να­τώ­θη­κε για μας ως άν­θρω­πος και πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λοι­πόν και συ για τον λα­ό σου, για να σε ευ­χα­ρι­στή­σουν οι άν­θρω­ποι και α­πό τον Δε­σπό­τη Χρι­στό να λά­βεις δό­ξα και ά­πει­ρο έ­παι­νο, σαν μι­μη­τής του πά­θους Του».

Α­να­χω­ρεί για το Βυ­ζάν­τιο
Τό­τε βγαί­νον­τας α­πό το κελ­λι ο τρι­σμα­κά­ριος, ό­λοι τον προ­σκύ­νη­σαν, δι­ό­τι η μορ­φή του ή­ταν ε­να θαυ­μα­στό θέ­α­μα, οι τρί­χες της κε­φα­λής του έ­φθα­ναν ως την ζώ­νη του, το γέ­νεια του μέ­χρι τα πό­δια του, το σε­βά­σμιο πρό­σω­πο του ή­ταν ω­ραί­ο σαν του Α­βρα­άμ, ώ­στε ό­ποι­ος τον έ­βλε­πε τον θαύ­μα­ζε. Α­φού λοι­πόν πή­ρε δύ­ο ά­πό τους μα­θη­τές του, τον Θε­ό­δω­ρο και τον Δη­μή­τριο, άν­δρες ευ­λα­βείς και ε­νά­ρε­τους, ό­χι μό­νο στην ψυ­χή αλ­λά ό­μοι­οι του και στην μορ­φή του σώ­μα­τος, κα­τέ­βη­καν στον λι­μά­νι της πό­λε­ως, και ά­φου μπή­καν στο πλοί­ο ά­νε­χώ­ρη­σαν. Ο­ταν έ­φθα­σαν στο Βυ­ζάν­τιο, α­κού­σθη­κε η φή­μη του Ό­σιου σε ο­λη την πό­λι.

Τον υ­πο­δέ­χον­ται με με­γά­λες τι­μές
Τον και­ρό ε­κεί­νο Αυ­το­κρά­το­ρας ή­ταν ο ευ­σε­βής Ι­ου­στι­νια­νός, ο ο­ποί­ος α­που­σί­α­ζε. Η βα­σί­λισ­σα Θε­ο­δώ­ρα ε­στει­λε εκ­προ­σώ­πους της και τον υ­πο­δέ­χθη­κε με πολ­λή ευ­λά­βεια.
Ο­ταν εί­δε το λαμ­πρό ε­κει­νο και άγ­γε­λό­μορ­φο πρό­σω­πο με τέ­τοι­α λευ­κά μαλ­λιά, θαύ­μα­σε, τον προ­σκύ­νη­σε με πολ­λή τα­πεί­νω­ση και του ζή­τη­σε την ευ­χή του και την ευ­λο­γί­α του. Πράγ­μα­τι ο Ο­σιος ευ­χή­θη­κε για τον βα­σι­λέ­α, για αυ­τήν και για ό­λη την πό­λη. Η ευ­σε­βής βα­σί­λισ­σα τον δε­ξι­ώ­θη­κε με τό­ση με­γά­λη χα­ρά και με το­ση πε­ρι­ποί­η­ση δι­ό­τι νό­μι­ζε ο­τι Άγ­γε­λον Κυ­ρί­ου δέ­χθη­κε και ό­χι άν­θρω­πο.
Ο­ταν ε­πέ­στρε­ψε ο βα­σι­λεύς, του α­νέ­φε­ρε για τον Ο­σιο και του εί­πε: «Ο Πα­νά­γα­θος Θε­ός μας εύ­σπλα­χνί­στη­κε Δέ­σπο­τα και έ­στει­λε στο κρά­τος σου σή­με­ρα τον Αγ­γε­λο του, ο ό­ποι­ος ήλ­θε α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη και μου φά­νη­κε ο­τι εί­δα στα α­λή­θεια τον Α­βρα­άμ».

Ο βα­σι­λευς δέ­χτη­κε αυ­τά που του ζή­τη­σε ο Ο­σιος
Την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί έ­δω­σε εν­το­λή ο βα­σι­λεύς, ο­ταν συγ­κεν­τρώ­θη­κε ο­λη η Σύγ­κλη­τος, να έλ­θει ο Ό­σιος, με τους μα­θη­τές του. Ε­κεί ο Ο­σιος έ­βα­λε στα χέ­ρια του α­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να και θυ­μί­α­μα και θύ­μια­σε τον βα­σι­λέ­α και ο­λη την Σύγ­κλη­το χω­ρίς κα­θό­λου να βλά­πτουν ά­πό την φω­τιά τα χέ­ρια του, αν και πέ­ρα­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ά­πό μί­α ώ­ρα μέ­χρι να θυ­μί­α­ση ο­λο τον λα­ό. Αυ­τό το θαυ­μά­σιο, ό­ταν το εί­δαν, θαύ­μα­σαν ο­λοι.
Κα­τό­πιν ση­κώ­θη­κε ά­πό τον θρό­νο του ο βα­σι­λεύς, τον υ­πο­δέ­χθη­κε με με­γά­λη χα­ρά και πολ­λή ευ­λά­βεια, και α­φού ά­κου­σε τις α­να­φο­ρές του Μη­τρο­πο­λί­τη του, τα δέ­χθη­κε ό­λα ο ευ­σε­βής και φι­λό­χρι­στος βα­σι­λεύς, ψη­φί­ζον­τας την με­τα­φο­ρά της έ­δρας του έ­παρ­χου ά­πό το Σίρ­μιο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Και ο­χι μό­νον ο­σα έ­γρα­φαν τα γράμ­μα­τα εκ­πλή­ρω­σε, αλ­λά και ο­σα ζή­τη­σε ο ί­διος ο Ο­σιος με με­γά­λη προ­θυ­μί­α ε­ξε­τέ­λε­σε και τα υ­πέ­γρα­ψε κα­τά την τά­ξη με ε­ρυ­θρά γράμ­μα­τα, τα ό­ποι­α με τα ί­δια του τα χέ­ρια έ­δω­σε στον Ο­σιο και του λέ­γει: «Ευ­χου, τί­μι­ε Πά­τερ, δι’ έ­μέ». Με­τά τον προ­έ­πεμ­ψε με με­γά­λη τι­μή .

Το τέ­λος τον Ό­σιου
Ο Ο­σιος έ­ξε­πλή­ρω­σε την α­πο­στο­λή του και έ­πλευ­σε προς την Θεσ­σα­λο­νί­κη, άλ­λα δεν έ­φθα­σε στην πό­λη ο­πως προ­ε­φή­τευ­σε. Ο­ταν έ­φθα­σε στην πε­ρι­ο­χη του Φά­ρου, εί­πε προς τους μα­θη­τές του: «Τέ­κνα μου, ο και­ρός του τέ­λους μου έ­φθα­σε, να εν­τα­φι­ά­σε­τε το λεί­ψα­νο μου στο Μο­να­στή­ρι ό­που δι­έ­με­να. Να φρον­τί­ζε­τε την ψυ­χή σας για να βρείτε αι­ώ­νια α­νά­παυ­ση». Αυ­τά και άλ­λα ψυ­χω­φε­λή λό­για ά­φού το­υς εί­πε, έ­φθα­σαν α­τό α­κρω­τή­ριο, που ο­νο­μά­ζε­ται Εμ­βο­λος. Α­πό ε­κεί φαι­νό­ταν το Μο­να­στή­ρι του, το ό­ποι­ο ά­φού κοί­τα­ξε έ­κα­νε την προ­σευ­χή του, α­σπά­σθη­κε τους μα­θη­τές του και πα­ρέ­δω­σε ο τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος την ψυ­χή του στον θε­ό.

Αγ­γε­λι­κές υ­μνω­δί­ες
Ο­ταν κοι­μή­θη­κε ο Ο­σιος φυ­σού­σε ι­σχυ­ρός ά­νε­μος και έ­νω μέ­χρι τό­τε έ­πλε­αν με με­γά­λη τα­χύ­τη­τα, το πλοί­ο, ω του θαύ­μα­τος, στα­μά­τη­σε για πολ­λή ω­ρα πα­ρά τον δυ­να­τό ά­νε­μο χω­ρίς να κου­νη­θει κα­θό­λου. Ήλ­θε μά­λι­στα και α­πε­ρί­γρα­πτος εύ­ω­δία θυ­μι­α­μά­των και φω­νές α­πό τον α­έ­ρα α­κου­γό­ταν, οι ο­ποί­ες υ­μνού­σαν με­λω­δι­κά τον Κύ­ριο. Ά­φου πέ­ρα­σε αρ­κε­τή ώ­ρα στα­μά­τη­σαν οι φω­νές.

Ο λα­ός τον υ­πο­δέ­χε­ται με ευ­λά­βεια
Τό­τε και το πλοί­ο ξε­κί­νη­σε, αλ­λά δεν πή­γε ό­μως στο λι­μά­νι ό­πως ή­ταν η συ­νή­θεια άλ­λα έ­πια­σε λι­μά­νι προς το δυ­τι­κό μέ­ρος της πό­λε­ως, στον τό­πο ο­που έρ­ρι­ξαν οι ά­σε­βείς, πιο μπρο­στά τα λεί­ψα­να των Ά­γι­ων Θε­ο­δού­λου και Ά­γα­θό­πο­δος.
Τό­τε ό­ταν ά­κου­σαν την κοί­μη­ση και τον ερ­χο­μό του Ό­σιου, βγή­κε ο­λη η πό­λη με τον Αρ­χι­ε­πί­σκο­πο, και βα­στά­ζον­τες με πολ­λή ευ­λά­βεια το ά­γιο λεί­ψα­νο ήλ­θαν στο Μο­να­στή­ρι και του έ­κα­ναν θή­κη με τε­τρά­γω­να ξύ­λα, στην ο­ποί­αν τον έ­βα­λαν και με τι­μή τον εν­τα­φί­α­σαν. Ε­πει­τα με­τέ­φε­ραν την έ­δρα του Έ­παρ­χου στην Θεσ­σα­λο­νί­κη σύμ­φω­να με την βα­σι­λι­κή δι­α­τα­γή. Τον Ο­σιο ε­όρ­τα­ζαν κά­θε χρό­νο στο Μο­να­στή­ρι.

Δεν ε­πέ­τρε­πε να πά­ρουν ά­πό το α­γιό λεί­ψα­νο του
Ο­ταν πε­ρα­σαν 150 χρό­νια ή­ταν έ­κεί Η­γού­με­νος έ­νας ε­νά­ρε­τος άν­θρω­πος, που το ό­νο­μα του ή­ταν Δη­μή­τριος, ο ο­ποί­ος εί­χε πολ­λη ευ­λά­βεια στον Ο­σιο. Ε­πει­δή ο­μως εί­χε με­γά­λη ε­πι­θυ­μί­α να πά­ρει μέ­ρος α­πό το ά­γιο λεί­ψα­νο για να το έ­χει ως ευ­λο­γί­α, έ­βα­λε αν­θρώ­πους και ε­σκα­βαν τον τά­φο.
Ά­με­σως ο­μως έ­σκα­σε η πλά­κα στα τέσ­σε­ρα και τό­τε κα­τά­λα­βε ο­τι ο Α­γιος δεν ή­θε­λε, και ά­φη­σε την προ­σπά­θεια.
Ο μα­θη­τής του Η­γου­μέ­νου αυ­του, του ο­ποί­ου το ό­νο­μα ή­ταν Σέρ­γιος, ο ό­ποι­ος έ­γι­νε και έ­κεί­νός Η­γού­με­νος, και υ­στέ­ρα, έ­πει­δη ή­τάν πο­λύ ε­νά­ρε­τος, ε­γι­νε και Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος θεσ­σα­λο­νί­κης τι­μου­σε πο­λύ τον Ό­σιο. Ε­χον­τας προς αυ­τόν πολ­λή ευ­λά­βεια, τον πα­ρα­κα­λού­σε πολ­λές φο­ρές στην προ­σευ­χή του να τον συγ­χω­ρέ­σει, και να του έ­πι­τρέ­ψει να πά­ρει λί­γο ά­πό το ά­γιο λεί­ψα­νο του. Πράγ­μα­τι πή­ρε πλη­ρο­φο­ρί­α α­πό. τον Θε­ό, ο­τι συμ­φώ­νη­σε ο Ο­σιος και ά­νοι­ξε τον τά­φο. Βγή­κε τό­τε θαυ­μά­σια ευ­ω­διά και βλέ­πον­τας α­κό­μη το λεί­ψα­νο σώ­ο και α­κέ­ραι­ο, δεν τόλ­μη­σε να πά­ρει ά­πό αυ­τό μέ­ρος, πα­ρά μό­νο λί­γες τρί­χες ά­πό την κε­φα­λή του και ά­πό τα γέ­νεια, τα ό­ποι­α φύ­λα­γε με α­κρί­βεια και τα α­σπά­ζον­ταν την ή­με­ρα της ε­ορ­τής του οι φι­λό­χρι­στοι.


Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος




«Τι εξήλθατε εις την έρημον θεάσασθαι; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; αλλά τι εξήλθατε ιδείν; άνθρωπον εν μαλακοίς ημφιεσμένον; ιδού οι τα μαλακά φορούντες εν τοίς οίκοις των βασιλέων εισίν. αλλὰ τι εξήλθατε ιδείν; προφήτην; ναι, λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου. ούτος έστιν περὶ ου γέγραπται, Ιδοὺ εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου. αμὴν λέγω υμίν, ούκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου τού βαπτιστού
"Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Kαλάμι που σαλεύει στον άνεμο; Αλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; Άνθρωπο ντυμένο με ρούχα πολυτελή; Εκείνοι που φορούν πολυτελή ρούχα, στα παλάτια των βασιλιάδων βρίσκονται. Αλλά τότε; Τι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Σας λέω, Ναι! Είναι μάλιστα περισσότερο κι από προφήτης. Γιατί αυτός είναι εκείνος για τον οποίο γράφτηκε: Δες! Εγώ στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από εσένα. Και αυτός θα προετοιμάσει τον δρόμο που θα διαβείς. Σας βεβαιώνω ότι καμιά γυναίκα δεν κυοφόρησε πιο σπουδαίο από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή".

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Αθανάσιος


Εξέχουσα μορφή της Χριστιανικής Εκκλησίας, που διακρίθηκε για τους μακροχρόνιους και σκληρούς αγώνες του υπέρ της ορθής πίστης και εναντίον της αίρεσης του Αρειανισμού. Γι’ αυτό τον λόγο ονομάσθηκε από την εκκλησία Μέγας. Η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 18 Ιανουαρίου από την Ορθόδοξη Εκκλησία και στις 2 Μαΐου από την Καθολική Εκκλησία. Την ημέρα αυτή η Ορθοδοξία τιμά την ανακομιδή των λειψάνων του. Στα καθ’ ημάς, είναι πολιούχος Άγιος του Διδυμοτείχου, της Ιστιαίας και της Αμφιλοχίας.
Ο Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 στην Αλεξάνδρεια από γονείς χριστιανούς. Υπάρχει ένας θρύλος, σύμφωνα με τον οποίο, όταν ήταν ακόμα παιδί, βάφτιζε στην ακρογιαλιά παιδιά ειδωλολατρών, τηρώντας τους ιερούς κανόνες. Ο τοπικός επίσκοπος Αλέξανδρος, γεμάτος θαυμασμός γι' αυτό το αυθόρμητο έργο του νεαρού παιδιού, λέγεται ότι αναγνώρισε ως έγκυρες όλες της βαπτίσεις του. Στη συνέχεια τον πήρε υπό την προστασία του και ανέλαβε τις σπουδές και τη γενική μόρφωσή του. Με τον καιρό, ο Αθανάσιος έγινε γραμματέας του επισκόπου και σε ηλικία 24 ετών χειροτονήθηκε διάκονος.
Όταν άρχισε τη θρησκευτική του δράση, η Αλεξάνδρεια ήταν ανάστατη από τη διδασκαλία του τοπικού πρεσβυτέρου Άρειου, που δίδασκε ότι ο Χριστός δεν ήταν θεός, αλλά κτίσμα του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο, ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε το 325 την Α' Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας. Εκεί δόθηκε η μεγάλη μάχη της Ορθοδοξίας, με πρωταγωνιστή τον Αθανάσιο. Η ρητορική του δεινότητα και η απροσδόκητη μαχητικότητά του προκάλεσε τον θαυμασμό εχθρών και φίλων, με αποτέλεσμα η φήμη του να εξαπλωθεί σε Ανατολή και Δύση. Ο Αθανάσιος έγινε το σύμβολο για τους ορθοδόξους στον αγώνα τους κατά κακοδοξιών του Αρείου και σύμφωνα με τη διδασκαλία του συντάχθηκαν τα πρώτα επτά άρθρα του «Συμβόλου της Πίστεως» («Πιστεύω…»).
Μετά τρία χρόνια, ο επίσκοπος Αλέξανδρος πέθανε, αφού είχε υποδείξει τον Αλέξανδρο ως διάδοχό του. Κλήρος και λαός τον αναγόρευσαν Πατριάρχη Αλεξανδρείας το 328, σε ηλικία 33 ετών. Ο Αθανάσιος συνεχίζει τον αγώνα του κατά του Αρειανισμού, αλλά υψηλά ιστάμενοι οπαδοί του Αρείου κατορθώνουν να τον εξορίσουν. Το 337, μετά τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ανακλήθηκε από την εξορία του και γύρισε θριαμβευτής στην Αλεξάνδρεια.
Όμως, οι εχθροί του δεν είχαν πει την τελευταία λέξη τους. Κατορθώνουν να τον εξορίσουν και πάλι, αλλά το 346 ξαναγύρισε στον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Εξορίστηκε για τρίτη φορά και κατέφυγε στην έρημο, όπου έζησε με κινδύνους και μεγάλες ταλαιπωρίες έξι ολόκληρα χρόνια. Ο Ιουλιανός τον επανέφερε στην Αλεξάνδρεια, αλλά τον εξόρισε και πάλι, όταν βάφτισε γυναίκες ειδωλολατρών επισήμων. Για πέμπτη φορά εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Ουάλη, αλλά ο ίδιος τον επανέφερε έπειτα από επίμονη απαίτηση του λαού της Αλεξάνδρειας.
Ο Μέγας Αθανάσιος διετέλεσε Πατριάρχης Αλεξανδρείας επί 46 έτη, 16 από τα οποία τα πέρασε στην εξορία, πότε στη Δύση (Ρώμη, Ακηλυία, Νύσσα κλπ) και πότε στην έρημο. Κοιμήθηκε στις 2 Μαΐου του 373, σε ηλικία 78 ετών. Συνέγραψε πολλά έργα, λόγους και επιστολές, για να αντικρούσει τους ειδωλολάτρες και τους αρειανούς. Έγραψε, επίσης, τη βιογραφία του δασκάλου και φίλου του Μεγάλου Αντωνίου. Τμήματα των λειψάνων του βρίσκονται στο ναό του Αγίου Ζαχαρία στη Βενετία και στον Κοπτικό ναό του Αγίου Μάρκου στο Κάιρο.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

Ο Άγιος Αντώνιος



"Οἱ καρποὶ τῆς γῆς δὲν ὡριμάζουν σὲ μία ὥρα, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρό, μὲ βροχὲς καὶ ἐπιμέλεια. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ καρποὶ τῶν ἀνθρώπων λαμπρύνονται μὲ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ μελέτη, μὲ τὸ χρόνο καὶ τὴν καρτερία, μὲ ἐγκράτεια καὶ ὑπομονή."  Άγιος Αντώνιος

'Αγγελος


Τί ειπε ό Χριστός για τα μικρά παιδιά; «Οί Άγγελοι αυτών έν ουρανοίς διά παντός βλέπουσι το πρόσωπον τον Πατρός μου τον έν ουρανοίς» . Έχουν επικοινωνία και με τον Θεό και με τον Φύλακα Άγγελο τους, που είναι συνέχεια δίπλα τους.    Γέροντας Παϊσιος

Παιδάκια-Αγγελάκια


Άλλη μια παρεούλα από αγγελάκια που ζωγράφισα και "έντυσα" με ύφασμα!

Κοπέλα με πράσινο σκουλαρίκι


Μια κοπέλα που ζωγράφισα ντύνοντάς την με πραγματικό ύφασμα.Της "φόρεσα" και πράσινο σκουλαρίκι από πούλιες!

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Ο Άγιος Δημήτριος



                                                 Θαύματα προστασίας τῆς Θεσσαλονίκης

Ἐδῶ καί 1700 χρόνια, ὁ ἅγιος Δημήτριος παρέχει μέ μύριους θαυμαστούς τρόπους τήν προστασία του στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τή Θεσσαλονίκη, τῆς ὁποίας εἶναι καί πολιοῦχος.

Σώζει την πόλη από την πείνα
● Σέ ἐποχή μεγάλης πείνας, ὅταν οἱ Θεσσαλονικεῖς κινδύνευαν νά πεθάνουν ἀπό τήν ἀσιτία, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἐμφανίστηκε τή νύκτα σʼ ἕναν καπετάνιο ἐμπορικοῦ πλοίου καί τοῦ παρήγγειλε τό σιτάρι πού σχεδίαζε νά μεταφέρει στήν Εὐρώπη νά τό πάει στή Θεσσαλονίκη ὅπου ὑπῆρχε μεγάλη ἔλλειψη. Τοῦ ἔδωσε μάλιστα ὡς προκαταβολή τρία φλουριά, ἐνῶ τόν βεβαίωσε ὅτι ἐκεῖ θά ἔπαιρ νε καί τό ὑπόλοιπο τῆς ἀ ξίας του. Πράγματι, ὅταν τό πλοῖο ἔφτασε στό λιμάνι τῆς Θεσσαλονίκης, ἔκπληκτοι οἱ κάτοικοι γιά τό ἀπρόσμενο δῶρο, ἔτρεξαν νά ἀγοράσουν σιτάρι. Τότε ὁ πλοίαρχος τούς διηγήθηκε τό θαῦμα κι ὅλοι δόξασαν τόν Θεό κι εὐχαρίστησαν τόν ἅγιο Δημήτριο γιά τή σωτήρια παρέμβασή του.

Μια μικρή πέτρα διώχνει τους εχθρούς!

● Σέ ἐχθρικές ἐπιθέσεις ὁ ἅγιος Δημήτριος συχνά ἐμφανιζόταν ὡς λαμπροφορεμένος καβαλλάρης πάνω στό ἄλογό του νά περιφρουρεῖ τά τείχη τῆς πόλης καί νά μάχεται ὁρμητικά τρέποντας τούς ἐχθρούς σέ ἄτακτη φυγή. Τό 617 μ.Χ., ὅταν συμμάχησαν Σλάβοι, Ἄβαροι καί Βούλγαροι καί ἐπιχείρησαν αἰφνιδιαστική ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Θεσσαλονίκης, ἔγινε τό ἑξῆς θαυμαστό: Εἶχε
ἀρχίσει ἡ πολιορκία κι οἱ ἐχθροί μέ τούς πελώριους καταπέλτες τους ἔριχναν τίς πέτρες σάν βροχή μέσα στό φρούριο. Τότε κάποιος πιστός χριστιανός πῆρε μιά μικρή πέτρα κι ἔγραψε πάνω της: «Ἐν τῷ ὀνόματι Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἅγιε Δημήτριε βοήθει»! Ἔριξε μέ δύναμη τήν πέτρα ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν κι ἡ μικρή αὐτή πέτρα κτύπησε ἕναν τεράστιο ὀγκόλιθο πού μόλις εἶχαν ἐκσφενδονίσει οἱ βάρβαροι, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ὀγκόλιθος ἐκεῖνος νά ἀλλάξει κατεύθυνση καί νά συντρίψει τόν καταπέλτη τῶν ἐχθρῶν! Οἱ Θεσσαλονικεῖς, βλέποντας ὁλοφάνερη τήν προστασία τοῦ Ἁγίου, συνέχισαν νά πολεμοῦν γενναῖα καί τελικά, ὕστερα ἀπό 33 ἡμέρες πολιορκίας, τά στρατεύματα τῶν βαρβάρων ἀποχώρησαν.

Η απελευθέρωση από τους Τούρκους και τους Γερμανούς έγινε την ημέρα της μνήμης του
● Δέν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε ὅτι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό τούς Τούρκους, ὕστερα ἀπό σχεδόν 500 χρόνια(!) σκλαβιά,
ἔγινε ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, 26 Ὀκτωβρίου 1912.

Ἀλλά καί οἱ Γερμανοί κατακτητές ἔφυγαν ἀπό τή Θεσσαλονίκη τό 1944, τήν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου…!

.Βιβλία ὁλόκληρα ἔχουν γραφτεῖ μέ τά θαύματα τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὁ ὁποῖος πάντοτε στέκεται συμπαραστάτης στούς ἀγῶνες ὅλων τῶν Ἑλλήνων καί μάλιστα τῆς ἰδιαίτερης πατρίδας του, τῆς Θεσσαλονίκης, σέ κάθε δύσκολη περίσταση: σέ σεισμούς καί πυρκαγιές, σέ ἐπιδρομές καί ἐπιδημίες, σέ ἐποχές πείνας καί στερήσεων… Μέ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη γιά τήν ὁλοφάνερη προστασία του ἡ συμπρωτεύουσα τιμᾶ τόν πολιοῦχο της κάθε χρόνο μέ μία σειρά ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων πού φέρουν τόν τίτλο «Δημήτρια», πού κορυφώνονται τήν ἡμέρα τῆς μνήμης του.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης



Σύντομος Βίος

Αγίου Αρσενίου Καππαδόκη


Ο Οσιώτατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιον Αρσένιο).
  Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιον Γεώργιο που  τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχεν ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο  στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα  στην  Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος. Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.
  Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή  Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου όπου αργότερα κάρηκε Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δε χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυό προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισσάρεια Πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.
  Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιον δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε ‘φυλακτό’ που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς, παραλυτικούς, δαιμονισμένους και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι είχαν θεραπευθεί, αφού πήραν χώμα από το κατώφλι του κελιού του και αναμιγνύοντας το με λίγο νερό το έπιναν, πιστεύοντας ότι θα εθεραπεύοντο και η πίστη τους που είχαν στον Άγιο, έκανε το θαύμα. Χρήματα φυσικά δε δεχόταν ποτέ, ούτε κι έπιανε στα χέρια του. Συνήθιζε να λέγει ‘η πίστη μας δεν πουλιέται’.
  Βίωνε ολοκληρωτικά και ‘έπασχε τα Θεία’. Ζούσε με αυταπάρνηση, διότι πολύ πρώτα τον Θεό και μετά την εικόνα Του, τον πλησίον. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη του Χριστού, στην Ορθόδοξη πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις  χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από τους διάφορους προβατόσχημους λύκους, τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να λυμάνουν την ποίμνη του Χριστού.
  Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου. Σε αυτό, καθώς και για τα Θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία Του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθησε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθησε σε ζώο – μόνο μια φορά – κι όπως χαρακτηριστικά έλεγε: ‘εγώ που είμαι χειρότερος κι από το γαϊδουράκι, πώς να καθήσω σ’αυτό;’ Για να κρύψει τις αρετές του από τα μάτια των ανθρώπων και να αποφύγει έτσι τους επαίνους, κατάφευγε σ’ ορισμένες ‘ιδιοτροπίες’. Παρουσιαζόταν σαν σκληρός, θυμώδης, οξύθυμος, απόπερνε τις διάφορες γυναίκες, που από αγάπη για αυτόν και ευγνωμοσύνη προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, με διάφορους τρόπους, να του μαγειρεύουν και να του στέλλουν φαγητό. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε στον πιστό του φίλο και ψάλτη Πρόδρομο τα εξής: ‘Εάν ήθελα να με υπηρετούν γυναίκες, θα γινόμουν έγγαμος ιερεύς και θα με υπηρετούσε παπαδιά. Τον καλόγερο που τον υπηρετούν γυναίκες, δεν είναι καλόγερος’.
  Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, ‘Θεέ μου!’ λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πως έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν τον άφηνε, εάν δεν του έκανε το αίτημά του. Εμείς όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες ‘στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα’.
  Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πώς θα έφευγαν για την Ελλάδα και έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.
  Η αγία του μορφή συνέχεια σκορπούσε Χάρη και παρηγοριά. Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτασμένου κυδωνιού. Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιό του, που το εποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.
  Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήρθε η Παναγία, τον γύρισε σ’όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί, και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν. Έφυγε στις 10 Νοεμβρίου το 1924. Με λίγα λόγια αυτός ήταν ο Άγιος Αρσένιος.

 Από http://www.agiosarsenios.com/



Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Γεώργιος


Ο αγιασμός των χωραφιών και τα κλαδιά της καρυδιάς στο κατώφλι του σπιτιού είναι έθιμα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου στην Αρκαδία.Στην Αίγινα, το μοσχομυριστό χαμομήλι είναι το λουλουδάκι του Αγίου.Στη Μακεδονία ο Απρίλιος λέγεται και Αγιωργίτης.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ο Άγιος Ραφαήλ


                                       Ο Άγιος Ραφαήλ γιορτάζει δυο μέρες μετά το Πάσχα.
 Είναι "γνωστός" για τα θαύματά του και το μοναστήρι του Αγίου στη Λέσβο προσελκύει χιλιάδες πιστούς απ'όλο τον κόσμο.

Άγιος Μόδεστος


Ο Άγιος Μόδεστος θεωρείται προστάτης των ζώων και η μνήμη του τιμάται στις 18 Δεκεμβρίου.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ιησούς Χριστός σε θαλασσινό ξύλο

 "Μη μεριμνάτε για το τι θα γίνει αύριο διότι η αυριανή ημέρα θα μεριμνήσει για τις δικές της φροντίδες.Φθάνουν οι έγνοιες της κάθε ημέρας" (Ματθ.6,34)

Παιδάκια-Αγγελάκια

Εδώ ζωγράφισα μια παρεούλα από παιδάκια-αγγελάκια σε ένα ξύλο που βρήκα στη θάλασσα και τα έντυσα με αληθινά υφασμάτινα ρουχάκια..


Άγιος Μάξιμος ο Γραικός


Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 μ.Χ. και το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης.Μαθήτευσε στην Ελληνική σχολή της Βενετίας και κατόπιν σπούδασε στα πανεπιστήμια της Πάδοβας, της Φλωρεντίας και του Μιλάνου.
Το 1505 μ.Χ. πήγε στο Άγιο Όρος όπου έγινε μοναχός στη Μονή Βατοπαιδίου και έμεινε δέκα χρόνια.
Μετά εστάλη στη Ρωσία για να μεταφράσει την Αγία Γραφή και τα βιβλία των Πατέρων στα ρωσικά.Εκεί συκοφαντήθηκε από τον ηγούμενο της Μονής Βολοκαλάμσκ και ταλαιπωρήθηκε επί σειρά ετών με εξορίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια.Απελευθερώθηκε το 1548 και έζησε στη Μονή της Αγίας Τριάδος στη Μόσχα όπου και αναπαύθηκε το 1560.
Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου.

Παναγία αγιογραφημένη σε πέτρα


                                                         "Αχτίδα εσύ του ρυακιού
                                                          Σύσκιο πασίχαρο κρινάκι
                                                          Ζεστό φτερό περιστεριού
                                                          Στο πέτρινό μας το σπιτάκι.
                                                       Ω Παναγίτσα ηλιόκαλη δική μας
                                                      Παρηγοριά μας και καταφυγή μας"
                                                                                     Τ.Βαρβιτσιώτης

Καλωσόρισμα

Καλησπέρα σας!
Εδώ και αρκετά χρόνια ασχολούμαι με την ιερή τέχνη της αγιογραφίας που είναι και η βασική μου δραστηριότητα, ενώ παράλληλα καταπιάνομαι και με άλλες καλλιτεχνικές δημιουργίες.
Σας καλώ λοιπόν στο "Δια Χειρός Μοβ", για να ταξιδέψουμε μαζί στην παράδοση και την ιστορία της αγιογραφίας μέσα από την παρουσίαση των έργων μου.
Με εκτίμηση,
Μαρία Βελοπούλου.